Η σχέση του θεράποντα ιατρού με τον ψυχολόγο στο πλαίσιο αντιμετώπισης Ca μαστού
Ο καρκίνος του μαστού αποτελεί την πιο διαδεδομένη μορφή καρκίνου στις γυναίκες. Παρόλα αυτά έχουν σημειωθεί και περιστατικά ανδρικού καρκίνου λόγω γυναικομαστίας, όπου παρατηρείται διόγκωση του μαζικού αδένα και του περιμαστικού λίπους στο ανδρικό στήθος. Οι ειδικοί ψυχικής υγείας μπορούν να βοηθήσουν σε πολλά επίπεδα τον ασθενή που είτε φοβάται για πιθανή εκδήλωση καρκίνου μαστού είτε έχει ήδη διαγνωσθεί με καρκίνο μαστού. Μια σφαιρική και πλήρης προσέγγιση στην αντιμετώπιση της ασθένειας περικλείει όλο το ιατρικό «σύστημα» αντιμετώπισης της νόσου του ασθενούς. Το σύστημα αυτό περιλαμβάνει και τις παραμέτρους: σχέση ιατρού-ασθενούς, σχέση ψυχολόγου-ιατρού και τη σχέση ψυχολόγου-ασθενούς. Η σχέση μεταξύ του ασθενούς και του θεράποντα ιατρού αποτελεί την βάση πάνω στην οποία θα στηριχθεί όχι μόνο η αντιμετώπιση της ασθένειας αλλά και οι άλλες δύο παράμετροι του «συστήματος».
Η σχέση μεταξύ του θεράποντα ιατρού και του ψυχολόγου είναι καλό να χτίζεται πάνω σε μια κοινή βάση. Η κοινή αυτή βάση αποτελείται από δυο πυλώνες: τον τρόπο επικοινωνίας και την αποφυγή συγκρούσεων ή/και εντάσεων μεταξύ του ψυχολόγου και του θεράποντα ιατρού. Η ολοκληρωμένη πληροφόρηση σχετικά με την ασθένεια-αντιμετώπιση-θεραπεία και η συζήτηση σχετικά με την αξιολόγηση του ασθενούς και την πορεία της θεραπείας αποτελούν απαραίτητα στοιχεία. Σημεία κλειδιά για την αποτελεσματική σχέση μεταξύ του θεράποντα ιατρού και του ψυχολόγου αναφορικά με τον ασθενή με καρκίνο μαστού αναφέρονται σε συγκεκριμένα θέματα τα οποία είναι καλό να ακολουθήσει ο ψυχολόγος:
Βρίσκεται σε επικοινωνία μόνο με τον επικεφαλής υπεύθυνο ιατρό του ασθενούς, είτε είναι χειρουργός, χειρουργός ογκολόγος ή ιατρός άλλης ειδικότητας.
Ενημερώνεται από τον θεράποντα ιατρό και έχει κατανοήσει το ιατρικό ιστορικό του ασθενούς, τη διάγνωση, την πρόγνωση, τη θεραπευτική οδό, το επίπεδο του πόνου σχετικά με την ασθένεια, τις πιθανές παρενέργειες, το επίπεδο λειτουργικότητας του ασθενούς και την ποιότητα ζωής του ασθενούς.
Είναι γνώστης των διαφόρων μορφών θεραπείας, των παρενεργειών τους καθώς και την πρόγνωση σχετικά με το κάθε στάδιο της νόσου.
Συζητά με την ιατρική ομάδα σημαντικά θέματα όπως η ύπαρξη προηγούμενου ψυχολογικού ιστορικού του ασθενούς, τα πιστεύω του ασθενούς σχετικά με την ασθένεια, τα δυνατά και αδύναμα ψυχολογικά σημεία του ασθενούς καθώς και σημαντικά θέματα όπως τα οικογενειακά, κοινωνικά, επαγγελματικά, κ.ά.
Δίνει στην ιατρική ομάδα πρακτικές συμβουλές που θα βοηθήσουν στην καλύτερη ψυχολογική και συναισθηματική αντιμετώπιση της ασθένειας από τον ασθενή.
Αποφεύγει να έρθει σε σύγκρουση με τον θεράποντα ιατρό. Θα πρέπει να ενεργεί υπεύθυνα και να επικοινωνεί με τον θεράποντα ιατρό με λόγο ουσιαστικό, ευθύ και κατανοητό.
Σέβεται τη σχέση που (προ)υπάρχει μεταξύ του θεράποντα ιατρού και του ασθενή και δρα ως μέλος της ιατρικής ομάδας αντιμετώπισης της ασθένειας για το καλό του ασθενούς και μόνο.
Τηρεί τα πρωτόκολλα και τον κώδικα δεοντολογίας.
Αναφορικά με την φαρμακευτική αγωγή, αν χρειαστεί να γίνει χορήγηση ψυχοτρόπων ουσιών θα πρέπει να γίνει ύστερα από ενημέρωση και συνεννόηση με τον θεράποντα ιατρό και όχι εν αγνοία του. Σε περίπτωση που χρειαστεί μπορεί να γίνει και ψυχιατρική εκτίμηση στο ίδιο πλαίσιο που αναφέρθηκε προηγουμένως.