Η εξέλιξη και η μάθηση στη διαμόρφωση του ατόμου

Οι παράγοντες που συντελούν στην εξέλιξη του ανθρώπου είναι οι γενετικοί ή ενδογενείς παράγοντες, οι περιβαλλοντικοί ή εξωγενείς παράγοντες και οι ατομικοί παράγοντες. Οι γενετικοί παράγοντες αναφέρονται στην κληρονομικότητα και σε εκείνους τους  παράγοντες οι οποίοι σχετίζονται με τις βιολογικές και σωματικές αλλαγές του ατόμου καθώς και την ωρίμανση αυτού. Οι γενετικοί παράγοντες αποτελούν την αφετηρία της εξέλιξης.  Είναι η επίδραση όλων των βιολογικών στοιχείων στην ανάπτυξη του ατόμου, στα γονίδια και στα χρωμοσώματα.

Με τον όρο εξέλιξη εννοούμε την διαδικασία των προοδευτικών μεταβολών των οργανισμών και κυρίως των φαινομένων ανάπτυξης του ανθρώπου από τη σύλληψη και την παιδική ηλικία στην ώριμη και τη γεροντική ηλικία. Η ωρίμανση, η μάθηση, οι βιολογικές καταβολές, η κληρονομικότητα, οι περιβαλλοντικές επιδράσεις όλα αποτελούν παράγοντες εξέλιξης.

Η επίδραση των ενδογενών παραγόντων αναφέρονται στο δυναμικό της εξέλιξης και της σωματικής αλλαγής του ατόμου και καθορίζουν:

  Τα γεγονότα και τις διαδικασίες της ζωής, τη δομή των οργάνων και των κυττάρων στον οργανισμό, τον τρόπο κίνησης, την αφομοίωση των τροφών, το βαθμό της ερεθιστικότητας, την γονιμότητα, τις σωματικές λειτουργίες

  Τις εσωτερικές διεργασίες που γίνονται αυτόματα στον οργανισμό, όπως για παράδειγμα είναι η ποσότητα έκκρισης ορμονών από τους αδένες

  Την εμφάνιση ατομικών λειτουργιών και ικανοτήτων σε συνάρτηση με την ωρίμανση και την ετοιμότητα των οργανικών λειτουργιών

  Την εμφάνιση ή μη κρίσιμων  περιόδων, υπό ποιες προϋποθέσεις θα εμφανιστούν και ποιο το αποτέλεσμα σε σχέση με την μάθηση

  Την ολοκληρωμένη ανάπτυξη του νευρικού συστήματος, των μυών και των αισθητηρίων οργάνων

Οι περιβαλλοντικοί παράγοντες αναφέρονται στις επιδράσεις που υφίσταται το έμβρυο κατά την εγκυμοσύνη και μετά την γέννηση. Έτσι, σημαντικές είναι οι επιδράσεις από το ενδομήτριο περιβάλλον αλλά και οι ψυχικές επιδράσεις στις οποίες υπόκειται το έμβρυο από την μητέρα. Μετά την γέννηση, μέσω των αισθητήριων οργάνων, το νέο μέλος της οικογένειας επικοινωνεί με το περιβάλλον, προσαρμόζεται βιολογικά, μαθαίνει τρόπους με τους οποίους εντάσσεται στο περιβάλλον του, κοινωνικοποιείται και αποκτά βιώματα.  Οι εξωγενείς παράγοντες επιδρούν στο άτομο με το να καθορίζουν τον χρόνο, το περιεχόμενο και τον βαθμό των εμπειριών του, της μάθησής του, της συμπεριφοράς του και τις αλλαγές αυτής της συμπεριφοράς.

Οι εξωγενείς και οι ενδογενείς παράγοντες καθορίζουν την εξέλιξη του ατόμου με το να «συνεργάζονται» ο οργανισμός και η ψυχική υπόσταση του ατόμου για να ικανοποιήσουν μια ανάγκη η οποία έχει ικανοποιηθεί στο ελάχιστο. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις στις οποίες οι εξωγενείς και οι ενδογενείς παράγοντες δεν επιδρούν θετικά στις ανάγκες του ατόμου. Αυτό

γίνεται διότι οι πρωταρχικές ανάγκες δεν ικανοποιήθηκαν ή επειδή ήταν απούσα η συναισθηματική προσφορά ή η αίσθηση ασφάλειας από την τροφό, μητέρα.

Ο τρίτος παράγοντας εξέλιξης είναι η ενδο-ατομική δυναμικότητα ή αλλιώς η προσωπικότητα με την οποία «ενεργοποιείται» το άτομο απέναντι στο περιβάλλον του. Η δυναμικότητα της ατομικής εξέλιξης του ατόμου αποτελεί συνάρτηση της κληρονομικότητας επί του περιβάλλοντος. Σε περιπτώσεις παθολογίας οι ενδογενείς παράγοντες παίζουν καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη του ατόμου με αρνητικό τρόπο.

Αργότερα θα έρθει η ωρίμανση, η οποία σχετίζεται με την ενδογενή διαδικασία αλλαγής και ανάπτυξης  του σώματος του ατόμου. Η ωρίμανση ως διαδικασία εξέλιξης σημαίνει διαμόρφωση και ετοιμότητα για τις ανατομικές αλλαγές που θα γίνουν για μια λειτουργία ή ικανότητα. Μιλάμε για βιολογική ωρίμανση, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για τη μάθηση και χαρακτηρίζεται από ένα τέλος. Σε αντίθεση με την μάθηση ως βιολογική ωρίμανση, η μάθηση ως κοινωνική και πολιτισμική διαδικασία συντελείται ως το τέλος της ζωής του ατόμου. Όμως η μάθηση σχετίζεται και με γεγονότα ωρίμανσης όπως είναι η απόκτηση της γλώσσας και αποτελεί (η μάθηση) το αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης των βιολογικών και περιβαλλοντικών παραγόντων με τις διαδικασίες της εξέλιξης, της ωρίμανσης και της μάθησης. Έτσι, η ομιλία στα βρέφη θα εμφανιστεί ύστερα από την ωρίμανση του νευρο-κινητικού μηχανισμού ο οποίος σχετίζεται με την ομιλία. Προϋπόθεση για την ομιλία αποτελούν, εκτός των άλλων, τα ερεθίσματα που θα λάβει το βρέφος μέσα από την ανθρώπινη επικοινωνία. Έτσι το βρέφος αρχικά θα μάθει να συνδέει τα ερεθίσματα που λαμβάνει από αυτόν τον οποίο μιμείται. Η μάθηση συντελείται σύμφωνα με δύο συγκεκριμένες προϋποθέσεις οργανικής ωρίμανσης, οι οποίες αναφέρονται παρακάτω:

Α) η ικανότητα του ατόμου να διακρίνει τα ερεθίσματα που λαμβάνει και άρα προηγουμένως θα πρέπει να λειτουργούν τα αισθητήρια όργανα αλλά και η μνήμη με την οποία θα διατηρηθεί μια εμπειρία,

Β) η ικανότητα του ατόμου να αντιδράσει σε εσωτερικά ή εξωτερικά ερεθίσματα με τα αντανακλαστικά θηλασμού, με το κλείσιμο των βλεφάρων, την έκκριση σάλιου τα οποία είναι και έμφυτα αντανακλαστικά.

Αυτές οι δύο προϋποθέσεις σχετίζονται με τις βιολογικές ανάγκες του ατόμου. Και οι βιολογικές ανάγκες οδηγούν στην μάθηση. Και αυτό διότι ο λόγος που το βρέφος αντιδρά με διαφορετικούς τρόπους στο περιβάλλον του είναι για να ικανοποιήσει τις πρωταρχικές του ανάγκες. Και πώς μαθαίνει το βρέφος; Μαθαίνει με το να κατανοεί και να χρησιμοποιεί σημεία και σύμβολα, όπου σχηματίζει αυτόματες αντιδράσεις (αντανακλαστικά) σε ερεθίσματα τα οποία ερεθίσματα (πρόσωπα, πράγματα, λέξεις, κ.α) στη συνέχεια σημαίνουν κάτι για το ίδιο. Τη λέξη μαμά το βρέφος τη συνδυάζει με το πρόσωπο που το φροντίζει και το αγαπά.

Μαθαίνει με το να αντιδρά έχοντας ένα σκοπό σε σχέση με το αποτέλεσμα. Επαναλαμβάνει δηλαδή τρόπους συμπεριφοράς που είχαν θετικό αποτέλεσμα για το ίδιο και αντίστοιχα αποφεύγει συμπεριφορές που είχαν αρνητικό αποτέλεσμα. Το βρέφος  «κατατάσσει» τα αποτελέσματα σε ευχάριστα είτε σε δυσάρεστα ανάλογα με την κατάσταση ανάγκης του οργανισμού του, ανάλογα με το βαθμό «ωρίμανσης» του βρέφους και ανάλογα με τις προηγούμενες εμπειρίες του. Στα πρώιμα χρόνια η μάθηση γίνεται κυρίως με βάση τους

πρωταρχικούς ενισχυντές όπως για παράδειγμα είναι τα γλυκίσματα, δώρα, χάδια και αργότερα με δευτερογενείς ενισχυντές όπως οι έπαινοι, οι αμοιβές και η αναγνώριση. Περί τον τρίτο μήνα της ζωής του βρέφους ξεκινά η αποτελεσματική και επιβεβαιωτική μάθηση. Μαθαίνει να μιμείται και άρα αποκτά νέα συμπεριφορά. Έτσι έχει πλέον πρότυπα μίμησης. Η μίμηση ως τρόπος μάθησης παρουσιάζεται στον πρώτο χρόνο ζωής του ατόμου.

Ο πιο ώριμος οργανισμός μαθαίνει πιο γρήγορα από ότι ο λιγότερο ώριμος γιατί οι διαδικασίες μάθησης επιτελούνται γρηγορότερα στον ώριμο οργανισμό. Αλλά η μάθηση αυτή καθεαυτή δεν είναι θέμα της ωρίμανσης ως βιολογικής διαδικασίας.

Εδώ θα πρέπει να προσθέσουμε ότι και η αυξημένη απαίτηση για μάθηση, η οποία δεν αντιστοιχεί στην ηλικία του παιδιού, όπως και η έλλειψη προσφοράς και ευκαιριών μάθησης, επιδρούν αρνητικά στο να νιώσει το παιδί έτοιμο να μάθει.

Ένα άλλο είδος μάθησης, η κοινωνική μάθηση,  φυσικά και είναι απαραίτητη για την κοινωνικοποίηση του παιδιού. Το παιδί θα πρέπει να είναι εξοικειωμένο με τους διάφορους τρόπους συμπεριφοράς καθώς και το τι επιτρέπεται και τι όχι στη δεδομένη κοινωνία της οποίας αποτελεί μέρος, είτε είναι η οικογένεια, είτε αργότερα το σχολείο και η ευρύτερη κοινωνία. Το παιδί μαθαίνει αντίστοιχα προς το σωματικό και νοητικό επίπεδο της κάθε ηλικίας στην οποία βρίσκεται. Ανάλογα με την αντιμετώπιση από το παιδί των προκλήσεων της κάθε ηλικίας από το περιβάλλον του και την κοινωνία, θα επέλθει η ανάπτυξή του.  Το άτομο θα πρέπει να εξελιχθεί μέσα από την μάθηση, την κοινωνικοποίησή του και την προσαρμογή στο περιβάλλον του. Οι αλλαγές αυτές θα ωθήσουν το άτομο από την ανωριμότητα και την α-κοινωνικοποίηση στην κοινωνικότητα και την ωρίμανση του ενήλικα. Οι τρεις πηγές προώθησης της ανάπτυξης είναι τρεις και συγκεκριμένα: α) οι βιολογικές μεταβολές του οργανισμού, β) οι απαιτήσεις και οι προσδοκίες της κοινωνίας και γ) οι προσδοκίες και οι εκτιμήσεις του ίδιου του ατόμου.

ΚΑΛΕΣΤΕ ΜΑΣ
ΚΛΕΙΣΤΕ ΡΑΝΤΕΒΟΥ